Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Ο Γιάννης Φλώρος (ποίημα)



Κοιμάτ’ η καπετάνισσα μέσ’ στον βαθύ τον ύπνο.
Για φέρτε μου μοσχοκάρυδα να την πετροβολήσω,
Μήπως την πάρ’ η μυρουδιά, ίσως και την ξυπνήσω.
                                                                  
±    Σήκω, μώρ’ καπετάνισσα και μη βαρυκυμάσαι,
Σήκω ν’ ανάψεις την φωτιά, ν’ ανάψεις το λυχνάρι,
Να ιδούμε τις λαβωματιές, που μ’ έχουν λαβωμένο.

Ξύπνησ’ η καπετάνισσα και λέει του ανδρός της:

±   Δεν στώπα, Φλώρο μ’, μια φορά, δεν στώπα τρεις και πέντε
Καλάσουν στα ψηλά βουνά, στα κλέφτικα λημέρια,
Τι χάλευες, τι γύρευες μέσ’ στου Δαδιού τον κάμπο;
Στον κάμπο σκλάβοι κάθουνται, που προσκυνάν τους    
τους Τούρκους, και στα βουνά οι αρματολοί , στον καθαρό αγέρα.
Μα εσύ δεν αφουγκράστηκες τα λόγια της γυναίκας,
Καλάσουν, φλώρο μ’, στα βουνά, καλά και τιμημένα,
Γιατί, Φλώρο μ’, παλάβωσες και πήρ’ ο νούς σ’ αγέρα;

Κι’ ο Φλώρος της απάντησε, ο καπετάν Γιαννάκης

±   Ο Ανδρούτσος μου παράγγειλε, ο καπετάν Δυσσέας:
Νάρθης, Φλώρο μ’, να σμίξουμε στη χιλιαδού, στο κάμπο,
Κι’ επήγα και πιαστήκαμε με τους Τουρκαλβανίτες.
Μον’ φέρτε μου το λιόπανο να δέσω τις πληγές μου,
Κι’ αν δώσ’ ο θεός κι’ η Παναγιά και γιάνουν οι πληγές μου
Δεν αστοχώ την ορμηνιά, τα λόγια της γυναίκας. 


Πηγή: Βιβλίο Χρ. Ενισλείδη   "ΑΜΦΙΚΛΕΙΑ 1978"

Δεν υπάρχουν σχόλια: